Μετά τη νίκη: Οι γνωστικές και συναισθηματικές συνέπειες του παιδιατρικού καρκίνου
Μια αναπτυξιακή ματιά στις ανάγκες των παιδιών και των εφήβων μετά τη θεραπεία
Η σημαντική πρόοδος στη διάγνωση και τη θεραπεία του καρκίνου της παιδικής ηλικίας έχει οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση των ποσοστών επιβίωσης. Η προσοχή της επιστημονικής κοινότητας στρέφεται πλέον όχι μόνο στην ίαση, αλλά και στην ποιότητα ζωής των παιδιών και των εφήβων μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.
Η βιβλιογραφική ανασκόπηση των Christou, Kalfadeli, Tsermentseli και Bacopoulou, η οποία δημοσιεύθηκε το 2025, εξετάζει τις πιθανές νευρογνωστικές και συναισθηματικές συνέπειες του παιδιατρικού καρκίνου και των θεραπευτικών παρεμβάσεων μέσα από μια αναπτυξιακή οπτική. Βασικό συμπέρασμα της ανασκόπησης είναι ότι οι δυσκολίες δεν εμφανίζονται με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα παιδιά. Επηρεάζονται από το είδος της νόσου και της θεραπείας, την ηλικία κατά τη διάγνωση, την πιθανή εμπλοκή του κεντρικού νευρικού συστήματος, αλλά και από το οικογενειακό, σχολικό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.
Ορισμένα παιδιά και έφηβοι μπορεί να παρουσιάσουν δυσκολίες στην ταχύτητα με την οποία επεξεργάζονται τις πληροφορίες, στην προσοχή, στη μνήμη εργασίας, στην οργάνωση, στον σχεδιασμό και στην ευελιξία της σκέψης. Στην καθημερινότητα, οι δυσκολίες αυτές μπορεί να γίνουν αντιληπτές μέσα από έναν πιο αργό ρυθμό ολοκλήρωσης των σχολικών εργασιών, τη δυσκολία παρακολούθησης σύνθετων οδηγιών, τη δυσκολία συγκράτησης νέων πληροφοριών ή την ανάγκη για περισσότερες επαναλήψεις και υποστήριξη κατά τη μελέτη.
Οι συνέπειες αυτές δεν είναι πάντοτε άμεσα εμφανείς. Ένα παιδί μπορεί να φαίνεται ότι ανταποκρίνεται ικανοποιητικά μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, αλλά κάποιες δυσκολίες να γίνουν περισσότερο ορατές αργότερα, όταν αυξάνονται οι απαιτήσεις του σχολείου, των κοινωνικών σχέσεων και της καθημερινής ζωής. Για τον λόγο αυτό, η αναπτυξιακή και νευροψυχολογική παρακολούθηση είναι σημαντικό να συνεχίζεται σε κομβικά στάδια, όπως η είσοδος στο δημοτικό σχολείο, η μετάβαση στο γυμνάσιο και η εφηβεία.
Στην πρώιμη παιδική ηλικία μπορεί να επηρεαστούν η γλωσσική ανάπτυξη, το παιχνίδι, η κινητικότητα, η προσοχή και η ικανότητα αυτορρύθμισης. Στη σχολική ηλικία οι δυσκολίες μπορεί να γίνουν εμφανέστερες μέσα από τη σχολική επίδοση, τη συγκέντρωση, την ταχύτητα γραφής και την οργάνωση των εργασιών. Στην εφηβεία μπορεί να εμφανιστούν δυσκολίες στη διαχείριση πολλών υποχρεώσεων, στη λήψη αποφάσεων, στην αυτονομία και στον σχεδιασμό του μέλλοντος.
Εξίσου σημαντικές είναι οι πιθανές συναισθηματικές και ψυχοκοινωνικές συνέπειες. Ορισμένα παιδιά και έφηβοι μπορεί να βιώσουν άγχος, φόβο σχετικά με τις ιατρικές διαδικασίες ή την πιθανότητα υποτροπής, θλίψη, χαμηλή αυτοεκτίμηση, κοινωνική απόσυρση ή το αίσθημα ότι διαφέρουν από τους συνομηλίκους τους. Στην εφηβεία μπορεί να προστεθούν ανησυχίες για την εικόνα του σώματος, τη γονιμότητα, τη μελλοντική υγεία και την ενήλικη ζωή.
Οι γνωστικές και οι συναισθηματικές δυσκολίες συχνά αλληλεπιδρούν. Η δυσκολία στη σχολική επίδοση μπορεί να αυξήσει το άγχος και να επηρεάσει την αυτοπεποίθηση, ενώ το έντονο άγχος ή η θλίψη μπορεί να επιβαρύνουν περαιτέρω τη συγκέντρωση, τη μνήμη και την ικανότητα οργάνωσης.
Η ανασκόπηση αναδεικνύει, ωστόσο, και σημαντικούς προστατευτικούς παράγοντες. Η σταθερή οικογενειακή υποστήριξη, η ανοιχτή επικοινωνία, η συνεργασία των γονέων με το σχολείο, η έγκαιρη νευροψυχολογική αξιολόγηση και η πρόσβαση σε εξειδικευμένες παρεμβάσεις μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την ανθεκτικότητα και την προσαρμογή του παιδιού.
Η σχολική επανένταξη χρειάζεται να είναι οργανωμένη και εξατομικευμένη. Ανάλογα με τις ανάγκες του παιδιού, μπορεί να είναι χρήσιμες προσαρμογές όπως περισσότερος χρόνος για την ολοκλήρωση των εργασιών, σαφείς και σταδιακές οδηγίες, υποστήριξη στην οργάνωση της μελέτης και συστηματική επικοινωνία ανάμεσα στην οικογένεια, το σχολείο και τους επαγγελματίες υγείας. Παράλληλα, η ψυχολογική υποστήριξη, η γνωστική αποκατάσταση, η εργοθεραπεία, οι ομάδες συνομηλίκων και οι δημιουργικές ή αθλητικές δραστηριότητες μπορούν να βοηθήσουν το παιδί να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση, τις σχέσεις και τη συμμετοχή του στην καθημερινή ζωή.
Το βασικό μήνυμα είναι ότι οι δυσκολίες αυτές δεν αποτελούν αναπόφευκτη συνέπεια για κάθε παιδί που έχει νοσήσει από καρκίνο. Η έγκαιρη αναγνώριση, η συνεχής παρακολούθηση και η ουσιαστική συνεργασία της οικογένειας, του σχολείου και των επαγγελματιών υγείας μπορούν να υποστηρίξουν τα παιδιά και τους εφήβους όχι μόνο να επιβιώσουν, αλλά και να αναπτυχθούν, να συμμετέχουν και να προχωρήσουν στη ζωή τους με τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια και αυτονομία.
Σχετική έρευνα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας:
Παράλληλα, το Παιδαγωγικό Τμήμα Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας υλοποιεί διδακτορική έρευνα της υποψήφιας διδάκτορος Γεωργίας Καλφαδέλη, υπό την επίβλεψη του Επίκουρου Καθηγητή Αντώνιου Ι. Χρήστου. Η έρευνα εξετάζει τις επιδράσεις του παιδιατρικού καρκίνου στις επιτελικές λειτουργίες και στη συναισθηματικότητα και απευθύνεται σε παιδιά και νέους ηλικίας 6 έως 20 ετών με ιστορικό παιδιατρικού καρκίνου, καθώς και σε συνομηλίκους τυπικής ανάπτυξης. Η συμμετοχή είναι εθελοντική και ανώνυμη και περιλαμβάνει νευρογνωστικές δοκιμασίες και ερωτηματολόγια, με στόχο τη βελτίωση της εκπαιδευτικής και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης των επιζώντων και των οικογενειών τους.
Βιβλιογραφική αναφορά
Christou, A. I., Kalfadeli, G., Tsermentseli, S., & Bacopoulou, F. (2025). Neurocognitive and emotional outcomes in childhood cancer: A developmental perspective. Current Oncology, 32, 611. https://doi.org/10.3390/curroncol32110611
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την έρευνα ή για δήλωση συμμετοχής, μπορείτε να επικοινωνήσετε με τη ΛΑΜΨΗ, στο email lampsi@lampsi.org ή στο τηλέφωνο 2310 943396.
Επιπλέον στις 3 Οκτωβρίου 2026, η ΛΑΜΨΗ διοργανώνει στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης σχετική επιστημονική εκδήλωση, αφιερωμένη στις μακροχρόνιες γνωστικές και συναισθηματικές επιπτώσεις του παιδιατρικού καρκίνου.
Περισσότερες πληροφορίες και το αναλυτικό πρόγραμμα θα ανακοινωθούν σύντομα.